Ορφική πινακίδα του 4ου π.Χ. αιώνα από την Θεσσαλία. Σήμερα βρίσκεται στο Getty Museum του Λος Άντζελες.

Τι χρειάζεται κανείς για να σιγουρεψει μια καλή θέση στον άλλον κόσμο; Από την αρχαιότητα, οι Έλληνες έβαζαν ένα κέρμα, έναν οβολό στο στόμα του νεκρού. Αυτά ήταν τα ναύλα που έπρεπε να δώσουν στον Χάροντα για να διασχίσει τον Αχέροντα μέχρι τον Άδη. Για να λάβουν όμως μια ακόμα πιο ευνοϊκή μεταχείριση στο βασίλειο των νεκρών, αυτό δεν αρκούσε.

Σε ορισμένες περιοχές του αρχαίου κόσμου, ιδίως στην Μεγάλη Ελλάδα, την Σικελία αλλά και την Κρήτη και την Μακεδονία, οι αποβιώσαντες θάβονταν με μια μεταλλική πινακίδα. Αυτή έφερε πληροφορίες για το άτομο που είχε ταφεί και ζητούσε την ευμένεια των θεών. Κυρίως όμως αναφερόταν στο τι πρέπει να κάνει ο νεκρός στον κάτω κόσμο για να διασφαλίσει αιώνια ζωή.

Τα ευρήματα αυτά είναι γνωστά ως Ορφικές πινακίδες (ο λατινικός όρος που χρησιμοποιείται στην αρχαιολογία είναι Orphicae Lamellae). Διάφορες θεωρίες συσχετίζουν την ύπαρξη των πινακίδων με την λατρεία του Ορφέα αλλά και του Διόνυσου και της Περσεφόνης. Επίσης μπορεί να συνδέονται με Πυθαγόρειες σχολές. Σε κάθε περιπτωση είναι μια πολύτιμη πηγή για να ερευνήσουμε τις μεταφυσικές ανησυχίες των προγόνων μας.

Μια από τις εντυπωσιακότερες και πιο καλά διατηρημένες πινακίδες βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο Γκεττύ (Getty Museum), στο Λος Άντζελες των ΗΠΑ.

Ο Άδης και ο «παράδεισος»

Για τους Αρχαίους Έλληνες, ο Κάτω Κόσμος είναι το βασίλειο του ΆδηΠλούτωνα) που κυβερνά με την γυναίκα του Περσεφόνη. Η πρόσβαση σε αυτόν γινόταν κυρίως μέσα από πέντε ποτάμια που ήταν ορατά και στον πάνω κόσμο. Αυτά ήταν η Στύγα (Στυξ), ο Αχέρων, η Λήθη, ο Φλεγέθων ή Πυριφλεγέθων και ο Κωκυτός. Τις πύλες του βασιλείου του Άδη φυλούσε ο τρικέφαλος σκύλος, ο Κέρβερος.

Το βασίλειο του Άδη (ή απλά ο Άδης) χωριζόταν σε διαφορετικές περιοχές. Οι περισσότερες ψυχές βρίσκονταν στον Λειμώνα των Ασφοδέλων, οι ήρωες αναπαύονταν στα Ηλύσια Πεδία ενώ οι Τιτάνες είχαν αιώνια καταδικαστεί στα Τάρταρα.

Ο Χάροντας μεταφέρει τους νεκρούς στον Άδη

Το νερό της Μνημοσύνης

Οι πινακίδες που έχουν βρεθεί αποτελούν κτερίσματα, δηλαδή αντικείμενα τα οποία εντοπίζονται σε μία ταφή. Αυτές είναι πολύ μικρές σε μέγεθος, μόλις μερικών εκατοστών και χρυσές. H χρύση του ευγενούς μετάλλου υποδηλώνει και την σημασία της χρήσης τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις κρεμόντουσαν ως περιδέραια.

Η αρχαιότερη βρέθηκε στο αρχαίο Ἱππώνιον της Μεγάλης Ελλάδας, στην σημερινή περιοχή της Καλαβρίας. Χρονολογείται με σιγουριά από το 400 π.Χ. Η θεματολογία της θυμίζει το μοτίβο δημοτικών τραγουδιών όπου ο νεκρός δεν πρέπει να πιει από ‟το νερό της λησμονιάς”:

“Αυτό είναι το έργο τησ Μνημοσύνης που πρέπει να κάνεις σαν πεθάνεις.

Κάτω στο καλόκτιστο δώμα του Άδη, υπάρχει μια πηγή στα δεξιά

και δίπλα της ένα λευκό κυπαρίσσι στέκεται.

Καθώς κατεβαίνουν οι ψυχές των νεκρών εκεί ξεδιψούν.

Αλλά εσύ μην πλησιάσεις καν αυτήν την πηγή!

Μπροστά σου θα βρεις την λίμνη της Μνημοσύνης

με δροσερό νερό. Φρουροί στέκουν μπροστά της.

Ατοί θα σε ρωτήσουν με πνεύμα σοφό,

τι γυρεύεις στον σκοτεινό και κρύο Άδη.

Πες «Είμαι Γιος της Γης και του Έναστρου Ουρανού,

διψάω και πεθαίνω. Αλλά αφήστε με γοργά να πιω από την Λίμνη της Μνημοσύνης»

Οι φύλακες θα σε αναγγείλουν στον Χθόνιο Βασιλιά

και θα σου επιτρέψουν να πιεις από την Λίμνη της Μνημοσύνης.

Κι εσύ έχοντας πιει, προχώρα στην Ιερά Οδό όπου

και άλλοι μύστες και Βάκχοι βάδισαν.»

Η μύηση

Το περιεχόμενο της πινακίδας αυτής αλλά και άλλων πινακίδων είναι σαφώς μυστικιστικό. Σύμφωνα με την γνώμη ειδικών, τα κείμενα αυτά συνδέονται με το θρησκευτικό κίνημα του Ορφισμού. Αν και η ύπαρξη του Ορφισμού αμφισβητήθηκε εν γένει στο παρελθόν, σήμερα θεωρείται εκ νέου ως απολύτως πιθανή. Έχει ενδιαφέρον άλλωστε να δει κανείς ότι οι Ορφικές Πινακίδες εντοπίστηκαν σε περιοχές όπου ανθούσε η Ορφική Λατρεία, δηλαδή στην Μακεδονία, την Κρήτη και την Νότιο Ιταλία.

Ο Ορφέας στον Κάτω Κόσμο. Σεραντζέλι Τζοακίνο (1768-1852).

Όπως αναφέρει η ερευνήτρια Shellie Smith: «Υπάρχει μεγάλη ποικιλία στην έκταση των πινακίδων συνεπάγεται ότι οι μυημένοι προέρχονταν από διαφορετικές τάξεις. Αυτό το συμπεραίνουμε γιατί οι γραφείς χρέωναν με το γράμμα.» Όποιο όμως και αν ήταν το κοινωνικό στάτους των ταφέντων, αυτοί διέρχονταν μια μύηση ώστε να γίνουν όντα με θεϊκή υπόσταση. Αυτό είναι σαφές για παράδειγμα στο κείμενο μιας πινακίδας από την Ρώμη στην μεταχριστιανική εποχή, όπου αναφέρεται το εξής: «Καικίλια Σεκουνδίνα, έλα, με τον νόμο γίνε θεϊκή».

Πρόκειται για μια ιδιαιτέρως συναρπαστική ματιά σε μια πνευματική πτυχή του αρχαίου κόσμου που δυστυχώς δεν μας αποκαλύφθηκε στην ολότητά της.